Είμαστε μια παρέα φίλων από την Τσεχία που ζούμε σε μια μικρή πόλη στην Κρήτη. Ξεκινήσαμε να βρισκόμαστε μεταξύ μας για να έχουμε εμείς και τα παιδιά μας παρέα για τον ελεύθερο χρόνο. Οι συναντήσεις μας άρχισαν με τον καιρό να γίνονται πιο οργανωμένες συνειδητοποιώντας πως τα παιδιά μας μέσω των κοινών παιχνιδιών γίνονται πιο συνεργάσιμα μεταξύ τους αλλά και με μας. Λατρεύουν να παίζουμε όλοι μαζί, τους ενθουσιάζει όταν εμείς λαμβάνουμε μέρος σε παιχνίδια τα οποία δημιούργησαν μόνα τους και πως αποκτούν εμπιστοσύνη προς εμάς με εντελώς φυσιολογικό τρόπο. Χαίρονται όταν κάτι δημιουργούν ή καταφέρνουν κάτι καινούργιο. Καλυτέρευσε η συμπεριφορά τους καθώς επίσης και το λεξιλόγιο και οι γνώσεις τους. Καταλάβαμε πως το πιο απλό παιχνίδι μπορεί να λειτουργεί έναντι στην ξενοφοβία και μισανθρωπία. Επίσης συνειδητοποιήσαμε πόσο πλούσια είναι η καλλιτεχνική δημιουργία προσδιορισμένη για τα παιδιά στην Τσεχία και στη Σλοβακία, με ρίζες βαθιά στο 19ο αιώνα με την κορυφαία φάση των δεκαετιών 1970 – 1980 και πως είναι κρίμα να καταναλώνεται μόνο σε αυτές τις δύο χώρες. Και εμείς αποκτήσαμε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην επικοινωνία με τα ίδια μας τα παιδιά, γίναμε πιο δημιουργικές και πιο χαρούμενες. Θα θέλαμε να μοιραστούμε το υλικό που εντελώς αυθόρμητα συλλέξαμε.

Διαβάστε, κάντε μας κριτική, σχολιάστε και προσθέστε δικές σας ιδέες!


Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Κύριε, υπάρχει ο Κράκονος;



Μέσα στην τάξη έκανε ζέστη, ο δάσκαλος ακόμα πριν ξεκινήσει το μάθημα, γέμισε τη σόμπα με μπόλικα ξύλα, έλεγξε αν όλα τα παιδιά βγάλανε τα πανωφόρια τους μουσκεμένα από το χιόνι να μην κρυώσουν και να προλάβουν να στεγνώσουν μέχρι να πάνε στα σπίτια τους. Μερικά από τα παιδιά της τάξης φτάνουν στο σχόλιο περπατώντας κάμποσα χιλιόμετρα αλλά κανένα απ’ αυτά δεν θα έχανε το σχολείο με τίποτα. Τόσο πολύ αγαπούν το δάσκαλό τους. Ποτέ δεν τους αφήνει με απορίες, ελεύθερα μπορούν να τον ρωτήσουν οτιδήποτε. Ο δάσκαλος κάνει συλλογή από παραμύθια κ’ όταν μένει χρόνος διαβάζουν ιστορίες από το σημειωματάριό του. Τότε στην τάξη επικρατεί τέτοια σιωπή που θα άκουγες ακόμα και τη βελόνα όταν πέφτει:
«Κύριε, ο Λόϊζα  λέει πως είδε τον Κράκονος να κάνει σκι στις βουνοκορφές. Αλλά Κράκονος δεν υπάρχει! Ο Λόϊζα λέει ψέματα!»
Ο δάσκαλος χαμογέλασε: «Ξέρεις Μάρτιν, Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η ζωή είναι δύσκολη εδώ στα βουνά. Ειδικά το χειμώνα. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να νοιώθουν πως κάποιος τους προστατεύει. Έτσι επινοήσανε τον Κράκονος, τον προστάτη των βουνών μας.  Για μας που ζούμε εδώ υπάρχει. Σκέψου πόσες ιστορίες για τον Κράκονος ξέρεις; Εγώ τις καταγράφω. Ήδη έχω μια μεγάλη συλλογή.»
«Πέστε μας ένα παραμύθι για τον Κράκονος, κύριε…» παρακαλούσαν τα παιδιά.
«Τι να σας κάνω; Τις ασκήσεις σας τις έχετε κάνει;»
«Ναιιιι.»
«Καλά. Έλα Ρόζιτσκα μπροστά. Θα διαβάζεις να ακούνε όλοι,» ο δάσκαλος τοποθέτησε μια καρέκλα για την Ρόζιτσκα μπροστά στον πίνακα κι άρχισε να ψάχνει την κατάλληλη ιστορία στο σημειωματάριό του. Έξω σφύριζε αέρας κι ανακατευόταν  με τη φωνούλα της Ρόζιτσκα ώστε το παραμύθι έμοιαζε πραγματικό:
«Στα βουνά που αγκαλιάζουν τη Βοημία ζει ο Κράκονος. Άντρας ψιλός και δυνατός, με μακριά γένια, κεφάλι καλυμμένο με ένα πελώριο καπέλο με φτερό πέρδικας, τυλιγμένος σ’ ένα μακρύ μαντύα, φοράει ψιλές μπότες. Στο χέρι του πάντα κρατάει πάντα μια μακρύ γλίτσα η οποία, όπως λένε, είναι μαγική. Ο Κράκονος προστατεύει τα ζώα, τα φυτά αλλά και τους ανθρώπους των βουνών. Τους σωστούς τους βοηθάει και τους κακούς τους τιμωρεί. Κάθε μέρα ελέγχει τα βουνά για να δει που χρειάζεται βροχή, από πού να περάσει ο άνεμος χωρίς να κάνει ζημιά, στερεώνει τα βράχια να μην πέφτουν στα κεφάλια των ανθρώπων, την άνοιξη δημιουργεί ρυάκια να μην πνιγούν οι άνθρωποι από το χιόνι λιώνει, ετοιμάζει τάϊσμα στα ζώα πριν το χειμώνα, φυτεύει βότανα και μανιτάρια, μετράει αυγά στις φωλιές, καθαρίζει τις πηγές, χτενίζει τις βελόνες των πεύκων και στρώνει το βρύο για ‘κείνους που θα κοιμηθούν στο δάσος. Αν παρατηρεί κάποιον που θέλει να πλουτίζει εις βάρος άλλων συνανθρώπων ο θυμός του δεν έχει όρια. 
Όλα θα πήγαιναν ρολόι στα βουνά αν ο Κράκονος δεν θα είχε για γείτονα τον Ζήλομπερκ, έναν αλαζόνα που υποστήριζε πως είναι αριστοκράτης με οικόσημα. Γεμάτος ζήλια και κακία το μόνο που προσπαθούσε πραγματικά ήταν να πλουτίσει χωρίς δουλειά. Όλοι έπρεπε να τον αποκαλούν «Κύριε» παρόλο που έμενε  σ’ ένα λίγο καλύτερο χωριατόσπιτο και τα χωράφια του είχαν πιο πολλές πέτρες παρά πατάτες.
Τότε, όταν είχε συμβεί η ιστορία μας, είχε τρεις υπηρέτες – την Άντσε, τον Κούμπα κ’ ένα δασοφύλακα. Ο Ζήλομπερκ δεν ήθελε να ακούσει ούτε λέξη για τον Κράκονος. Του ζήλευε φοβερά και για ότι είχε συμβεί για τον Ζήλομπερκ έφταιγε πάντα ο Κράκονος. Το χειμώνα παραπονιόταν για το χιόνι και το κρύο, το καλοκαίρι για τον ήλιο και τη ζέστη, το φθινόπωρο τον πείραζαν οι ομίχλες και την άνοιξη είχε πονοκέφαλο από το κελάηδισμα των πουλιών.
«Μάγια κάνει, το υπογράφω. Το χορτάρι στα λιβάδια του είναι ψιλό σαν το σιτάρι στην πεδιάδα του Έλβα, το κτήμα του είναι γεμάτο ζώα, παντού λουλούδια, διάφορα βότανα, βατόμουρα μεγάλα σαν τα κεράσια μας…» φώναζε νευριασμένος Ζήλομπερκ ενώ οι υπηρέτες του τρέχανε γύρω του για να τον περιποιηθούν.
«Κράκονος δουλεύει πολύ. Δεν σταματάει ούτε δευτερόλεπτο για αυτό τα έχει όλα  νοικοκυρεμένα,» είπε ο δασοφύλακας ο οποίος συχνά παρακολουθούσε τον Κράκονος πως με επιμέλεια και υπομονή ασχολείται με το νοικοκυριό του.
«Ο Κράκονος δεν έχει φάει τα ελάφια του το Πάσχα σαν εσάς, ούτε κάνει ομελέτα από αυγά φασιανών,» είπε ειρωνικά η Άντσε που δεν φοβόταν καθόλου το αφεντικό της του έλεγε τα πάντα κατάματα.
«Πάψε θρασύτατη! Εγώ είμαι αριστοκράτης. Δεν θα τρώω σαν τον κάθε χωριάτη. Και όσο αφοράει τον Κράκονος, εκείνος κάνει μάγια κ’ έτσι μου προκαλεί ζημιές. Αυτό είναι απαράδεχτο.» Ο Ζηλομπεργκ σκέφτηκε για λίγο και ξαφνικά πρόσταξε στο δασοφύλακα: «Πάρε  μία καραμπίνα και πάμε στο δάσος! Κ’ εσύ Άντσε, ετοίμασε κολατσιό. Στο φρέσκο αέρα ανοίγει η όρεξη. Κούμπα, φέρε μου το πράσινο σακάκι και το καπέλο με φτερό!»
             Ο Ζήλομπεργκ με τη βοήθεια των υπηρετών του ετοιμάστηκε και έφυγε με το δασοφύλακα. Δεν περπατούσαν ούτε μισή ώρα όταν φτάσανε στο δάσος όπου στο πρώτο δέντρο βρισκόταν κρεμασμένη μια μεγάλη ταμπέλα:
ΑΠΟ ‘ΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΚΟΝΟΣ.
ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ
ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕ ΚΑΛΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ.

«Κύριε, εμείς δεν πάμε στο δάσος μας;» ρώτησε απορριμμένος δασοφύλακας.
«Όχι βέβαια. Πάμε στον Κράκονος.»
«Να κινηγάμε εκεί;» ρώτησε πάλι ο δασοφύλακας κ’ έτρεμε από το φόβο.
«Φυσικά. Ούτως ή αλλιώς τα δικά μας ζώα σε ‘κείνον πήγαν. Πάμε να τα πάρουμε πίσω. Τι στέκεσαι; Έλα!»  Ο δασοφύλακας δεν ήξερε αν φοβάται πιο πολύ το αφεντικό του ή τον Κράκονος. Μπαίνοντας βαθιά στο δάσος λες να βρισκόντουσαν στο παράδεισο. Ελάφια, ζαρκάδια, λαγοί και φασιανοί βοσκούσαν μπροστά στα μάτια του Ζήλομπεργκ σαν να μην υπήρχε. Αρκούδες, λύκοι και αλεπούδες κοιμόντουσαν ανενόχλητοι στον ήλιο. Στον αέρα αετοί κι άλλα πουλιά, πάνω στα λουλούδια πεταλούδες και άγριες μέλισσες… Τα λουλούδια και το ρετσίνι μύρισε μέχρι που στο δασοφύλακα ερχόταν η ζάλη. Ο Ζήλομπεργκ, όμως, δεν είχε συγκινηθεί καθόλου με την απερίγραπτη ομορφιά. Κατέβασε την καραμπίνα από τον ώμο κι άρχισε να ρίχνει αριστερά δεξιά. Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Τα ζώα έτρεχαν να κρυφτούν αλλά δυστυχώς μερικά απ’ αυτά δεν  γλύτωσαν από τα σκάγια του Ζήλομποεργκ ο οποίος πυροβολούσε σαν στη μάχη του Χράντετς με τους Πρώσους. Ρίχνοντας  φώναζε στο δασοφύλακα: «Μη στέκεσαι σαν στην θεία κοινωνία και πυροβόλα!»
Ο Κράκονος άκουγε τους κρότους και πριν πρόλαβε να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, φτάσανε τα πουλιά φωνάζοντας όλα μαζί: «Ο Ζήλομπεργκ ήρθε στο δάσος μας για κυνήγι.»
«Τί; Αδύνατον,» δεν μπορούσε να το πιστέψει ο Κράκονος. Αλλά με τη γλίτσα του που λειτουργούσε και σαν κιάλι κοίταξε προς την κατεύθυνση του κρότου: «Ζήλομπεργκ, να είσαι βέβαιος πως δεν θα φας ούτε μπουκιά από τη λεία σου,» είπε και χτύπησε με το μπαστούνι του κάτω. Αμέσως, πάνω από το κεφάλι του  εμφανίστηκαν  σύννεφα. Ο Κράκονος τέντωσε τα χέρια του, τα έπιασε, τα γέμισε με νερό και χαλάζι που κουβαλούσε πάντα στο σακίδιό του και κάλεσε τον αέρα να τα πάει στο Ζήλομπεργκ. Με αυτό τον τρόπο τελείωσε το μακελειό. Ο Ζήλομπργκ με το δασοφύλακα φτάσανε σο σπίτι μούσκεμα. Ο Ζήλομπερκ φυσικά αμέσως ξεκίνησε να διατάζει: «Άντσε, τσάι! Και ρούμι!  Γρήγορα και ζεστές κάλτσες! Κούμπα, φόρτωσε τη σόμπα! Θεέ και Κύριε, ποσό αργόστροφοι είστε! Δε βλέπετε πως κρυώνω. Και τώρα Κούμπα, σφαίρα, ετοίμασε το κρέας, Άντσε! Άντσε, που χαζεύεις; Τους λαγούς τους θέλω με κρέμα γάλακτος, τα ζαρκάδια στο φούρνο και που ‘σε; Το αγριογούρουνο θέλω καπνιστό, το ελάφι κρασάτο, τις πέρδικες με γέμιση από δαμάσκηνα….»
Όταν ο Κούμπα είδε στην αυλή τόσα νεκρά ζώα κατάλαβε πως είναι από το δάσος του Κράκονος. Το ίδιο και η Άντσε: «Κύριε, ο Κράκονος δεν θα το αφήσει έτσι. Θα δείτε!»
«Δεν σε πληρώνω για τις απόψεις σου,» απάντησε νευριασμένος Ζήλομπερκ «Σιγά μη τα είχε και μετριμένα,» γελούσε ο Ζήλομπεργκ και χαιρέκακα  έτριβε  τα χέρια του. Αυτή τη στιγμή αισθανόταν έξυπνος, μεγάλος και τρανός.
Ο Κούμπα, λοιπόν, χωρίς καμία όρεξη έπιασε δουλειά. Μόλις ακούμπησε τον πρώτο λαγό να του βγάλει την κοιλιά, το ζώο ζωντάνεψε και πήρε δρόμο. Το ίδιο και ο δεύτερος λαγός. Η πέρδικα πέταξε. Μόνο το ελάφι έμπλεξε λίγο τα πόδια του πριν σηκωθεί.  «Κύριε, ελάτε να δείτε!» φώναξε σοκαρισμένος Κούμπα το Ζήλομπερκ. Όλα τα ζώα μπροστά στα μάτια του ζωντάνεψαν και τρέξανε να φύγουν. Ο Ζήλομπερκ μόλις το είδε, άρχισε να στολίζει τον Κράκονος με βρισιές στα τσέχικα και στα γερμανικά, ότι του ήρθε τη στιγμή: «Ντονρ-βετρ, κρουτσαϊς ελεμεντ!» Δεν ένοιωθε καθόλου τύψεις. Όταν πέταξε και ο τελευταίος φασιανός έφτασε ο Κράκονος. «Ελπίζω, γείτονα, πως πήρες το μάθημα σου. Αυτή τη φορά διασκέδασα με την απληστία σου. Την επόμενη φορά θα γνωρίζεις τον πραγματικό μου θυμό», είπε και εξαφανίστηκε. Στην αυλή έμεινε μόνο ο λίγος καπνός από την πίπα του.
Ρωτάτε αν ο Ζήλομπερκ πήρε το μάθημά του; Μπορείτε να μαντέψετε! Και αν δεν είστε σίγουροι, διαβάστε και άλλα παραμύθια που διηγούνται στα βουνά που προστατεύει ο Κράκονος ή πηγαίνετε εκεί και ρωτήστε τον ίδιο. Έχει να σας πει ιστορίες…»

Σημ.:  Εικόνες στο κείμενο είναι από τις ταινίες: "Κράκονος και οι σκιέρ" (Krakonoš a lyžníci 1980) και "Παραμύθια της βουνοσειράς Κρκόνοσε" (Krkonošské pohádky, 1974) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου